γραμματοκύφων

γραμμᾰτο-κύφων [ῡ], ωνος, nickname of a γραμματεύς,
A porer over records, D.18.209, Ph.2.536: pl., ib.520.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γραμματοκύφων — ( ωνος), ο (Α) (ειρωνικά για τον γραμματέα) αυτός που σκύβει πάνω από έγγραφα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γράμμα ( ατος) + κύφων] …   Dictionary of Greek

  • γραμματοκύφων — γραμματοκύ̱φων , γραμματοκύφων porer over records masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράμμα — το (AM γράμμα) [γράφω] Ι. 1. οτιδήποτε έχει γραφεί 2. σύμβολο τού αλφαβήτου 3. επιστολή 4. ανάγνωση διάβασμα II. στον πληθ. γράμματα, τα 1. η γραφή 2. η μόρφωση, η παιδεία 3. (τα Ιερά) Γράμματα η Αγία Γραφή 4. ο Δεκάλογος 5. κατάστιχο 6. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • γραμματοκύφωνα — γραμματοκύ̱φωνα , γραμματοκύφων porer over records masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματοκύφωνες — γραμματοκύ̱φωνες , γραμματοκύφων porer over records masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.